Ημικρανία

Ανήκει στις πρωτοπαθείς κεφαλαλγίες, δηλαδή στους πονοκεφάλους εκείνους που αποτελούν ξεχωριστή πάθηση από μόνες τους και δεν αποτελούν σύμπτωμα κάποιας άλλης υποκείμενης νόσου. Είναι η δεύτερη σε συχνότητα πρωτοπαθής κεφαλαλγία (μετά την κεφαλαλγία τάσης), ωστόσο είναι πολύ συχνότερο αίτιο επίσκεψης στο νευρολογικό ιατρείο λόγω της σημαντικής δυσλειτουργίας και επιβάρυνσης που προκαλεί στην καθημερινότητα του ασθενούς.

Η ημικρανία αποτελεί μια νοσολογική οντότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ο πόνος εντοπίζεται συνήθως (αλλά όχι απαραίτητα) στο ήμισυ της κεφαλής, είναι σφυγμώδης και συνοδεύεται από συμπτώματα όπως ναυτία/έμετο, ηχοφοβία ή/και φωτοφοβία. Διακρίνεται σε ημικρανία με ή χωρίς αύρα. Αύρα λέγεται η παρουσία άλλων νευρολογικών συμπτωμάτων, όπως οπτικές διαταραχές ή μούδιασμα στο ήμισυ του σώματος, τα οποία εμφανίζονται πριν ή κατά τη διάρκεια του πονοκεφάλου και διαρκούν έως μία ώρα. Μια ημικρανική κρίση μπορεί να διαρκέσει από ώρες έως και ημέρες και πολλοί παράγοντες μπορεί να πυροδοτούν τη  εμφάνιση της. Εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες και η συχνότητά της μειώνεται μετά την 4η δεκαετία της ζωής.

Η ημικρανία είναι μία νόσος στην αιτιοπαθογένεια της οποίας εμπλέκονται τόσο γενετικοί όσο και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Η κληρονομικότητα παίζει ρόλο με τον κίνδυνο εμφάνισης να είναι περίπου 3πλάσιος όταν υπάρχει θετικό οικογενειακό ιστορικό. Υπάρχουν οικογενείς μορφές για τις οποίες είναι γνωστά τα υπεύθυνα γονίδια, αλλά αυτές οι μορφές είναι εξαιρετικά σπάνιες. Για την εκδήλωση της ημικρανίας απαιτείται η ενεργοποίηση του τριδυμοαγγειακού συστήματος και η απελευθέρωση αγγειοδραστικών πεπτιδίων όπως του CGRP. Πολλές φορές οι κρίσεις πυροδοτούνται από συγκεκριμένους εκλυτικούς παράγοντες, οι συνηθέστεροι εκ των οποίων είναι το stress, η στέρηση ύπνου, τροφές όπως το αλκοόλ και η καφεϊνη, αλλαγές του περιβάλλοντος, φάρμακα, αλλά και ορμονικές μεταβολικές (για τις γυναίκες). 

Η θεραπεία διακρίνεται σε οξεία και προφυλακτική θεραπεία. Η οξεία θεραπεία αφορά στον τερματισμό του επεισοδίου του πονοκεφάλου, ενώ η προφυλακτική έχει να κάνει με την συστηματική λήψη ενός φαρμάκου για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα με σκοπό τη μείωση της συχνότητας και της έντασης  των επεισοδίων. Οι φαρμακευτικές επιλογές για την αντιμετώπιση της οξείας κρίσης περιλαμβάνουν την παρακεταμόλη, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και τις τρυπτάνες. Όλες οι διαθέσιμες θεραπείες έχουν διαφορετικό προφίλ αποτελεσματικότητας και η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται μετά από συζήτηση ασθενούς-ιατρού. Η προφυλακτική θεραπεία ενδείκνυται συνήθως όταν οι κρίσεις είναι συχνές (>4 κρίσεις/ μήνα) ή δεν ελέγχονται με τα συνήθη αναλγητικά. Η ανταπόκριση ή μη στην προφυλακτική αγωγή αξιολογείται μετά από χορήγηση 2 μηνών περίπου και εάν αποδίδει συνήθως συνεχίζεται για τουλάχιστον 6-9 μήνες. Τα συνηθέστερα χρησιμοποιούμενα σκευάσματα είναι οι β-αναστολείς, αντιεπιληπτικά όπως το βαλπροϊκό οξύ και η τοπιραμάτη, αντικαταθλιπτικά, ενώ πλέον είναι διαθέσιμη -αν και όχι σε ευρεία κλίμακα ακόμη- και μια σειρά νέων φαρμάκων που ανήκουν στην κατηγορία των μονοκλωνικών αντισωμάτων.

Ιδιωτικό Ιατρείο

       Βεϊκου 4 & Φιγαλείας 2,

 

             111 47, Γαλάτσι