Νόσος Πάρκινσον

Η νόσος του Πάρκινσον είναι μια νευροεκφυλιστική νόσος, δηλαδή μια νόσος στην οποία κάποια νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου εκφυλίζονται σταδιακά, χάνουν τη λειτουργικότητά τους και πεθαίνουν. Περιγράφθηκε για πρώτη φορά το 1817στην Αγγλία από το γιατρό James Parkinson.

 

Η νόσος προσβάλλει κυρίως τα νευρικά κύτταρα που ελέγχουν τις εκούσιες κινήσεις του σώματος και ανευρίσκονται σε μια περιοχή του εγκεφάλου, η οποία καλείται μέλαινα ουσία. Στα υγιή άτομα, οι κινήσεις του σώματος ελέγχονται με την επικοινωνία (ή σηματοδότηση) μεταξύ των νευρικών κυττάρων μέσω μιας ουσίας (ενός νευροδιαβιβαστή) που λέγεται ντοπαμίνη. Στους παρκινσονικούς ασθενείς υπάρχει έλλειμμα ντοπαμίνης στον εγκέφαλο λόγω απώλειας των νευρώνων που την παράγουν. Αυτό το γεγονός ανακόπτει τα νευρικά σήματα και συνεπάγεται προβλήματα στον έλεγχο των κινήσεων (κινητικά προβλήματα). Η νόσος επομένως είναι μια διαταραχή κινητικότητας, ωστόσο με μια πλειάδα άλλων συνοδών συμπτωμάτων.

Η αιτιολογία της νόσου δεν έχει ακόμα πλήρως αποσαφηνιστεί. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι κάποια άτομα έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν τη νόσο από ό,τι άλλα (γενετική προδιάθεση), πάντως, η νόσος είναι πιθανό να μην αναπτυχθεί και να ενεργοποιηθεί μόνο μετά από έκθεση σε ορισμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι τοξίνες, τα ζιζανιοκτόνα και τα παρασιτοκτόνα επιφέρουν τον θάνατο των νευρικών κυττάρων που παράγουν ντοπαμίνη εργαστηριακά, αλλά οι γνώσεις μας για τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που ενεργοποιούν ενδεχομένως τη νόσο στον άνθρωπο είναι περιορισμένες. Είναι, επομένως, αναγκαίο να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες. Είναι νόσος της μεγάλης ηλικίας και η συνηθισμένη ηλικία έναρξης είναι τα 60 έτη περίπου. Στο 10-20% υπάρχει σαφές οικογενειακό ιστορικό, αλλά τα περισσότερα περιστατικά είναι σποραδικά, όπου θεωρείται ότι ένας συνδυασμός περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων οδηγεί στη νόσο.

Η παθολογική διαδικασία στον εγκέφαλο φαίνεται ότι ξεκινάει πολλά χρόνια πριν τα πρώτα συμπτώματα γίνουν εμφανή, δηλαδή όταν πια η νόσος εκδηλωθεί ένα σημαντικό ποσοστό κυττάρων έχει ήδη απωλεσθεί. Τα πρώτα σημεία της νόσου του Πάρκινσον είναι πολλές φορές αμβληχρά και μπορεί να διαλάθουν της προσοχής. Σε αυτά περιλαμβάνεται αίσθημα κόπωσης και απώλεια δύναμης και συνδυάζονται πιθανώς με αλλοίωση του γραφικού χαρακτήρα, μειωμένο συντονισμό οφθαλμών-χεριών , ήπιο τρόμο άνω άκρων ή και απώλεια της γεύσης και της όσφρησης. 

Αρχικά η νόσος είναι συνήθως ετερόπλευρη, δηλαδή τα συμπτώματα αφορούν τη μία πλευρά του σώματος. Αργότερα, μπορεί να εξαπλωθούν και στην άλλη πλευρά του σώματος. Όσο εξελίσσεται η νόσος, τα προβλήματα στην κίνηση προκαλούν μεγαλύτερη αναπηρία και μπορεί να οδηγήσουν σε σταδιακό περιορισμό της αυτονομίας, εάν δεν αντιμετωπιστούν με θεραπεία. Στα όψιμα στάδια της νόσου, η κίνηση και η ισορροπία είναι συχνά πολύ προβληματικές και υπάρχει σημαντικός κίνδυνος πτώσεων. 

Τα κύρια κινητικά συμπτώματα της νόσου είναι:

 

  • Βραδύτητα των κινήσεων ή δυσκολία στην έναρξη των κινήσεων (βραδυκινησία)

  • Τρέμουλο των χεριών κυρίως αλλά και άλλων σημείων του σώματος όταν τα άκρα  είναι σε ηρεμία (συχνά αναφέρεται ως «τρόμος ηρεμίας»)

  • Οι μύες γίνονται σφιχτοί και άκαμπτοι (δυσκαμψία)

  • Προβλήματα στην ισορροπία και στον συντονισμό, αστάθεια, πτώσεις

Ο τρόμος μπορεί να οφείλεται σε πολλές άλλες παθήσεις εκτός από την νόσο Πάρκινσον. Μάλιστα, συγκεκριμένες περιοχές του σώματος όπως π.χ. το κεφάλι δεν προσβάλλονται σχεδόν ποτέ στη νόσο Πάρκινσον. Τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό σε κάθε ασθενή. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να έχει τρόμο και ένα άλλο μπορεί να έχει σημαντική δυσκαμψία και βραδυκινησία χωρίς καθόλου τρόμο.

Πέρα από τα κινητικά φαινόμενα, μεγάλο πρόβλημα στη νόσο είναι και τα μη-κινητικά προβλήματα όπως νευροψυχιατρικά συμπτώματα (αλλαγές στη διάθεση και τη συμπεριφορά), άνοια, δυσκοιλιότητα, διαταραχές στην ούρηση, διαταραχές ύπνου, ορθοστατική υπόταση κλπ. Η νόσος του Πάρκινσον σπάνια θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του ασθενούς, αντιθέτως, πρόκειται για μια πάθηση που εξελίσσεται βραδέως και επιδεινώνεται βαθμιαία με το πέρασμα του χρόνου. 

Δεν υπάρχουν παθογνωμονικές εργαστηριακές εξετάσεις για την αναγνώριση της νόσου του Πάρκινσον. Οι νευρολόγοι θέτουν τη διάγνωση κυρίως μέσω του ιστορικού και της κλινικής εξέτασης. H μαγνητιική τομογραφία (MRI) πρέπει να γίνεται πάντα σε ασθενή με νευρολογικά συμπτώματα για να αποκλειστούν άλλες παθήσεις. Το σπινθηρογράφημα βασικών γαγγλίων (DaTSCAN) είναι ένα εξειδικευμένο διαγωστικό εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει στην διάγνωση εάν αυτή δεν είναι σαφής στην κλινική εξέταση.

Πολλά συμπτώματα της νόσου του Πάρκινσον μπορούν να ελεγχθούν με φάρμακα ή, σε πολύ επιλεγμένες περιπτώσεις, με χειρουργική επέμβαση. Η απόφαση για τη χορήγηση ή μη, φαρμακευτικής αγωγής έχει να κάνει κυρίως με τη λειτουργική επίπτωση των συμπτωμάτων στην καθημερινότητα του ασθενούς. Καθώς δεν υπάρχει θεραπεία που να σταματά τη νόσο, εάν τα συμπτώματα είναι πολύ ήπια μπορεί να μην κριθεί αναγκαία η λήψη αγωγής και ο ασθενής να τεθεί σε παρακολούθηση. Ωστόσο τελικά οι περισσότεροι παρκινσονικοί ασθενείς θα χρειαστούν αγωγή για τον έλεγχο των συμπτωμάτων τους. Οι αποφάσεις για τη θεραπεία λαμβάνονται συνήθως κατόπιν συζήτησης ανάμεσα στον γιατρό και στον ασθενή σχετικά με το τι είναι κατάλληλο για τον ασθενή και με βάση τις εξατομικευμένες ανάγκες του. Ο ακρογωνιαίος λίθος αυτή τη στιγμή για τη νόσο Πάρκινσον είναι τα φαρμακευτικά σκευάσματα που δρουν στο σύστημα της ντοπαμίνης και συγκεκριμένα η λεβοντόπα. Το βέβαιο είναι ότι η νόσος εξελίσσεται και καθώς θα συμβαίνει αυτό, το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να τροποποιείται σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό. 

Πέρα από τη φαρμακευτική αγωγή, πολλές μελέτες έχουν αποδείξει ότι η αντιμετώπιση της νόσου είναι βέλτιστη, όταν είναι σφαιρική. Άσκηση, φυσιοθεραπεία, χορός, είναι καθοριστικής σημασίας για την ποιότητα κίνησης και ζωής, και πρέπει να γίνεται τακτικά και με συνέπεια. Ειδικά προγράμματα λογοθεραπείας βελτιώνουν την ποιότητα της ομιλίας και ακόμα και την λειτουργεία της κατάποσης, όταν και εάν εμφανιστεί δυσκολία. Μια σωστή και ισορροπημένη διατροφή, με μικρά γεύματα, πτωχά σε πρωτεΐνες, έχει σημασία όχι μόνο για την διατήρηση του σωστού βάρους και φυσικής κατάστασης, αλλά και για την σωστή απορρόφηση και βέλτιστη δράση των φαρμάκων που λαμβάνονται από το στόμα. Τέλος, η ψυχολογική υποστήριξη των ασθενών αλλά και των φροντιστών τους είναι καθοριστικής σημασίας. Η αποδοχή της νόσου, η αντιμετώπιση των κοινωνικών και προσωπικών προεκτάσεων της, η συνεχής ενημέρωση και η θετική στάση απέναντι στις προκλήσεις της, είναι απαραίτητη και εφικτή.

Ιδιωτικό Ιατρείο

       Βεϊκου 4 & Φιγαλείας 2,

 

             111 47, Γαλάτσι